Ο παράλογος άνθρωπος (Μέρος IV)

«Το πεδίο μου είναι ο χρόνος», λέει ο Γκαίτε. Να λοιπόν μια παράλογη φράση. Τι είναι πράγματι ο παράλογος άνθρωπος; Αυτός που, χωρίς ν’αρνείται το αιώνιο, δεν κάνει τίποτα γι’αυτό.
Όχι πως η νοσταλγία του είναι ξένη.
Μα προτιμά το κουράγιο του και το συλλογισμό του. Το ένα του μαθαίνει να ζει οριστικά και αμετάκλητα και ν’αρκείται σε ό,τι έχει, το άλλο τον ενημερώνει για τα όριά του.
Σίγουρος για την ελευθερία του που έχει ένα τέλος, για τη δίχως μέλλον επανάστασή του και τη φθαρτή του συνείδηση, συνεχίζει την περιπέτειά του όσο διαρκεί η ζωή του.
Εδώ είναι το πεδίο του, εδώ είναι η δράση του που δεν αφήνει σε καμιά κρίση εκτός από τη δική του.
Μια πιο γεμάτη ζωή δεν σημαίνει γι’αυτόν μια άλλη ζωή.

Δεν υπάρχει λόγος να μιλήσουμε για ηθική. Μια μόνο ηθική μπορεί να παραδεχτεί ο παράλογος άνθρωπος, την ηθική που είναι ένα με το Θεό: εκείνη που υπαγορεύεται. Όμως ο παράλογος άνθρωπος ζει μακριά από τον Θεό.
Όσο για τις άλλες ηθικές ο παράλογος άνθρωπος βρίσκει μονάχα δικαιολογίες και δεν έχει τίποτα να δικαιολογήσει.

Ακόμα και η λογική λοιπόν, με τον δικό της τρόπο, μου λέει ότι ο κόσμος είναι παράλογος. Το αντίθετό της, που είναι η τυφλή λογική, μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα πάντα είναι σαφή!


Η μόνη πραγματική διέξοδος, βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου δεν υπάρχει διέξοδος για την ανθρώπινη κρίση. Διαφορετικά, ποια η
ανάγκη του Θεού;
Στρεφόμαστε στο Θεό για να επιτύχουμε το αδύνατο.
Όσο για το δυνατό, οι άνθρωποι αρκούν.

Το παράλογο και ο Χρόνος. (Μέρος ΙΙΙ)

Για όλες τις μέρες μιας άχαρης ζωής, ο χρόνος μάς στηρίζει. Έρχεται όμως πάντα η στιγμή που χρειάζεται να τον στηρίξουμε κι εμείς.
Ζούμε με το μέλλον: «αύριο», «αργότερα», «όταν θα τακτοποιηθείς σε μια δουλειά», «όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις».
Αυτές οι συνέπειες είναι θαυμαστές, γιατί τελικά θα πεθάνουμε.

Μα φτάνει η μέρα που ο άνθρωπος διαπιστώνει ή λέει ότι είναι τριάντα χρονών. Eπιβεβαιώνει έτσι τη νιότη του. Την ίδια στιγμή όμως συγκρίνει τον εαυτό του με το χρόνο. Παίρνει θέση σ’αυτόν.
Αναγνωρίζει ότι βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή και παραδέχεται ότι πρέπει να την περάσει.
Ανήκει στο χρόνο και, με τη φρίκη που τον κυριεύει, αναγνωρίζει σ’αυτόν τον χειρότερο εχθρό του.
Το αύριο, ευχόταν το αύριο, όταν όλο του το είναι θα ‘πρεπε να το αρνηθεί.
Αυτή η επανάσταση της σάρκας είναι το παράλογο.

Το παράλογο και η… ελευθερία! (Μέρος ΙΙ)

Για την ελευθερία, έχω ακριβώς την ίδια αντίληψη με τον φυλακισμένο ή τον σημερινό άνθρωπο μέσα στο Κράτος.

Ο άνθρωπος της καθημερινότητας, πριν γνωρίσει το παράλογο, ζει με στόχους, φροντίδα για το μέλλον ή για τη δικαίωση (απέναντι σε ποιον ή τι, δεν είναι εδώ το θέμα) εκτιμά τις ευκαιρίες που του παρουσιάζονται, υπολογίζει στο αύριο, στη σύνταξή του ή στη δουλειά των παιδιών του.

Πιστεύει ακόμα ότι μπορεί να κατευθύνει ορισμένα πράγματα στη ζωή του. Στην πραγματικότητα, ενεργεί σαν να ήταν ελεύθερος, ακόμα κι αν όλα τα γεγονότα διαψεύδουν τούτη την ελευθερία.

Μετά τη γνωριμία με το παράλογο, τα πάντα κλονίζονται. Τούτη η ιδέα του «υπάρχω», ο τρόπος μου να δρω λες και τα πάντα έχουν νόημα, όλα αυτά διαψεύδονται με ιλιγγιώδη τρόπο από τον παραλογισμό ενός πιθανού θανάτου.

Να σκέφτεσαι την επαύριο, να θέτεις ένα σκοπό, να έχεις προτιμήσεις, όλα αυτά προϋποθέτουν ότι πιστεύεις στην ελευθερία, ακόμα κι αν διαπιστώνεις πού και πού ότι δεν τη νoιώθεις.
Μα τούτη τη στιγμή, αυτή η ανώτερη ελευθερία, η ελευθερία του είμαι που θεμελιώνει από μόνη της μιαν αλήθεια, ξέρω λοιπόν ότι δεν υπάρχει.

Ο θάνατος είναι παρών ως μοναδική πραγματικότητα. Μετά απ’αυτόν, τέρμα το παιχνίδι.

Αλμπέρ Καμύ – Ο μύθος του Σισύφου

Αυτά που κατά κάποιο τρόπο ορίζουν τη ζωή είναι τα έργα, οι πράξεις, οι σκέψεις και τα θέλω τα δικά μας και των άλλων. Πέρα από κάθε μεταφυσική αντίληψη που έχουμε για τη ζωή και το θάνατο, η αλήθεια είναι ότι όλα τα παραπάνω «λήγουν» εδώ και αόριστη η ημερομηνία λήξης… Και ρωτώ:
Είναι παραλογισμός να πιστεύουμε ότι είμαστε ελεύθεροι;
Είναι λογικό να πιστεύουμε ότι είμαστε ελεύθεροι;

Τι εστί παράλογο; (Μέρος Ι)


Στον καθημερινό άνθρωπο δεν αρέσει καθόλου να χαζεύει.
Όλα των ωθούν στο αντίθετο.
Συγχρόνως όμως, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι ο εαυτός του, κυρίως αυτό που θα μπορούσε να είναι! Από εδώ ξεκινάει το ενδιαφέρον του για το θέατρο, για το θέαμα, όπου του παρουσιάζονται τόσα πεπρωμένα που του προσφέρουν την ποίησή τους, δίχως την οδύνη της πίκρας τους. Εδώ τουλάχιστον αναγνωρίζουμε τον χωρίς συνείδηση άνθρωπο που συνεχίζει βιαστικά την πορεία του προς κάποια άγνωστη ελπίδα.
Ο παράλογος άνθρωπος αρχίζει εκεί όπου ο άλλος τελειώνει, εκεί όπου, σταματώντας να θαυμάζει το παιχνίδι, το πνεύμα θέλει να πάρει μέρος σ’αυτό. Να διεισδύσει σ’όλες τούτες τις ζωές, να δοκιμάσει την πολλαπλότητά τους, συγκεκριμένα να τις υποδυθεί.

Ο ηθοποιός βασιλεύει στο φθαρτό. Απ’όλες τις δόξες, η δική του είναι η πιο εφήμερη. Μα, όλες οι δόξες είναι εφήμερες! Από τη σκοπιά ενός μακρινού αστεριού, τα έργα του Γκαίτε σε δέκα χιλιάδες χρόνια θα είναι σκόνη και το όνομά του θα έχει λησμονηθεί. Τούτη η ιδέα υπήρξε πάντα διδακτική. Μελετημένη σωστά, περιορίζει τις ανησυχίες μας στη βαθιά ευγένεια που χαρακτηρίζει την αδιαφορία. Κατευθύνει τις σκέψεις μας προς το πιο βέβαιο, δηλαδή το άμεσο.

Απ’όλες τις δόξες, η λιγότερη απατηλή είναι εκείνη την οποία ζει κανείς.

Άλπμερ Καμύ – Ο μύθος του Σισύφου

Τι είναι το παράλογο; Έχεις «λογική»; Πως το αντιμετωπίζει ο άνθρωπος;
Η συμπόρευση με το παράλογο ωθεί σε ενέργειες που πολλές φορές αποδίδουμε στη λογική. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους εαυτούς μας;
Στη Θεματική Εβδομάδα που αρχίζει με αυτό το
post γίνεται μια μικρή προσπάθεια εκλογίκευσης του παραλόγου.


Αν η ζωή είναι παράλογη, εφόσον την ζεις, συμμετέχεις κι εσύ! 😉

Η λογική στο συναίσθημα – Μέρος ΙΙΙ (τελευταίο)

Τείνουμε να ονομάζουμε συναισθηματική τη συμπεριφορά μας, όταν παρατηρούμε ορισμένες εκφράσεις προσώπου και φωνής, όπως το χαμόγελο ή το μουγκρητό, και όταν βλέπουμε ορισμένες αλλαγές στη φυσιολογία, όπως το να ανατριχιάζει ή το να ιδρώνει κανείς. «Η καρδιά έχει τους λόγους της για τους οποίους η λογική τίποτε δεν γνωρίζει» είχε γράψει ο Blaise Pascal. Όταν μιλάμε για την λογική και το συναίσθημα αναφερόμαστε σε δύο διαφορετικές ικανότητες. Η μια από αυτές είναι ψύχραιμη, ήρεμη και συγκρατημένη και οδηγείται στα συμπεράσματά της αργά, διαμέσου σαφών ορθολογικών κανόνων.

Η άλλη είναι θερμή και πολύχρωμη και φθάνει βιαστικά σε συμπεράσματα, ακολουθώντας τη διαίσθηση. Το γεγονός όμως ότι η καρδιά ενεργεί ανεξάρτητα από τη λογική δεν σημαίνει ότι στερείτε λόγων. Απεναντίας οτιδήποτε κάνουν τα συναισθήματά μας, από το να μας ωθούν να απομακρυνόμαστε από τους κινδύνους και να πλησιάζουμε ερωτικά γοητευτικούς ανθρώπους, μέχρι το να μας βοηθούν να συγκεντρωνόμαστε και να επηρεάζουν την κρίση μας, όλα έχουν λόγους που γίνονται.

Δεν υπάρχουν μόνο πάθη μέσα στη λογική αλλά και λόγοι μέσα στο πάθος.

Και για να μη σας βάλω δύσκολα βρείτε μου την…
Απορία της Παρασκευής
:
Τι σημαίνει κάθομαι όρθιος;

Το συναίσθημα με μια εξήγηση… λογική! – Μέρος ΙΙ

Σύμφωνα με μια θεωρία που υποστήριξαν αρκετοί παλαιότερα, τα συναισθήματα είναι μαθημένες συμπεριφορές που μεταδίδονται πολιτισμικά, περίπου όπως και οι γλώσσες. Όπως πρέπει να ακούσεις πρώτα τα αγγλικά για να τα μιλήσεις, έτσι πρέπει να δεις πρώτα άλλους να είναι χαρούμενοι για να νοιώσεις χαρά. Όλο αυτό ονομάστηκε πολιτιστική θεωρία του συναισθήματος.

Σήμερα είναι ευρέως αποδεκτό ότι κάποια συναισθήματα δεν μαθαίνονται. Είναι παγκόσμια και εγγενή. Αυτά τα συναισθήματα τα ονομάζουμε «βασικά» δεν απουσιάζουν από καμία κουλτούρα, εμφανίζονται ξαφνικά και διαρκούν μερικά δευτερόλεπτα κάθε φορά.

Χαρά-Ευτυχία, Απελπισία-Θλίψη, Θυμός, Φόβος, Έκπληξη, Απέχθεια.

Υπάρχει όμως ένα συναίσθημα που έχει προκαλέσει διχογνωμία. Και αυτό είναι ο Ρομαντικός Έρωτας. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι είναι ένα παγκόσμιο συναίσθημα, εγγεγραμμένο στον εγκέφαλο, όπως ακριβώς ο φόβος και ο θυμός. Κάποιοι άλλοι διαφωνούν υποστηρίζοντας ότι ο ρομαντικός έρωτας ανήκει στα πολιτισμικώς μοναδικά συναισθήματα και όχι στα βασικά. Έχει να κάνει δηλαδή με τον καθένα χωριστά για το αν θα «επιτρέψει» να το νοιώσει ή αν είναι ικανός για κάτι τέτοιο… Ο Λα Ροσφουκώ έκανε την περίφημη δήλωση ότι «ορισμένοι άνθρωποι δεν θα είχαν ερωτευθεί, εάν δεν είχαν ακούσει ποτέ για τον έρωτα»

Πόσο τραγικό είναι αλήθεια αν συμβαίνει κάτι τέτοιο!

Ο ρομαντικός έρωτας μπορεί να μην είναι ένα πολιτισμικώς μοναδικό συναίσθημα μα δεν ανήκει ούτε στα βασικά. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη να υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία συναισθημάτων. Ο φιλόσοφος Πολ Γκρίφιθς λοιπόν υποστήριξε ότι υπάρχουν και τα ανώτερα γνωστικά συναισθήματα.

Έρωτας, Ενοχή, Ντροπή, Αμηχανία, Υπερηφάνεια, Φθόνος, Ζήλια.

Τα ανώτερα γνωστικά συναισθήματα διαφέρουν από τα βασικά ως προς το πόσο έμφυτα είναι, δεν είναι τόσο αυτόματα και τόσο γρήγορα στο να εκδηλωθούν, ούτε συσχετίζονται παγκοσμίως με μια και μόνο έκφραση του προσώπου, όπως τα βασικά. Ο έρωτας είναι η σχετική περίπτωση εδώ.

Πόσο βοηθούν τα βασικά συναισθήματα στην ανάπτυξη και θωράκιση του ανθρώπου για να ανταπεξέλθει στη ζωή του και πόσο τα ανώτερα γνωστικά;

Πόσο αφήνουμε να αναπτυχθούν τα συναισθήματα που μας κάνουν να νοιώθουμε ευδαιμονία;

Επηρεάζουν τα συναισθήματα τις γνωστικές μας ικανότητες;

«τα συναισθήματα είναι όροι που μας κάνουν να αλλάζουμε ή να τροποποιούμε τις κρίσεις μας»
Αριστοτέλης

Έχουμε συνδυάσει το συναίσθημα με αδυναμία. Στην κοινωνία που ζούμε υπάρχει η τάση να θεωρούμε τα συναισθήματα ως εμπόδια για τη λογική. Αντίθετα η θετική θεώρηση του συναισθήματος είναι η ιδέα ότι τα συναισθήματα είναι ζωτικά για τη νοήμονα δράση. Σύμφωνα με αυτό αν ένα πλάσμα δεν είχε συναισθήματα, θα ήταν για την ακρίβεια λιγότερο ευφυές και όχι περισσότερο. Μέχρι πρόσφατα, η ιδέα αυτή δεν ήταν δημοφιλής στους κύκλους των φιλοσόφων και των ψυχολόγων, αλλά εκτιμήσεις που έχουν προέλθει από τις νευροεπιστήμες μοιάζουν να υποστηρίζουν τη θεώρηση αυτή.

Μήπως τελικά μένοντας σε απόσταση από τον συναισθηματικό εαυτό μας, οι συμπεριφορές έμοιασαν με εκείνες των ρομπότ και γίναμε λιγότερο… λογικοί;

Πληροφορίες άντλησα από τον Dylan Evans στη θεωρία του περί συναισθημάτων

Το συναίσθημα του χτες και του σήμερα – Μέρος Ι

Η λέξη «συναίσθημα» (sentiment) περνάει μια δύσκολη εποχή. Σήμερα πολύ σπάνια χρησιμοποιείται ενώ η συγγενική της λέξη «συναισθηματικός» προκαλεί αρνητικούς συσχετισμούς. Την περίοδο του Διαφωτισμού ο όρος sentiment σήμαινε περίπου ό,τι και ο σημερινός όρος emotion (συναίσθημα, συγκίνηση).

Οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού γοητεύονταν από τις συγκινήσεις. Υπήρχαν στοχαστές οι οποίοι πίστευαν ότι οι συγκινήσεις ήταν ζωτικές για την ατομική και κοινωνική ύπαρξη.

Θεωρούσαν ότι το συναίσθημα και η σκέψη δεν είναι αδυσώπητοι εχθροί μεταξύ τους. Ήταν λογικό για εκείνους το να είναι κανείς συναισθηματικός και καμία επιστήμη της νόησης δεν θα μπορούσε να είναι πλήρης χωρίς να απευθύνεται επίσης και στην καρδιά.

Ήταν όμως οι Ρομαντικοί που απέρριψαν την άποψη αυτή. Ήθελαν τα συναισθήματα να βρίσκονται σε πλήρη σύγκρουση με τη λογική. Ο Ρουσσώ υποστήριξε ότι η λογική απομάκρυνε τον άνθρωπο από την «φυσική κατάσταση» και τον οδήγησε στη παρακμή. Η επιστροφή στην αθωότητα σήμαινε να ακούει κανείς τα συναισθήματά του αντί να συμβουλεύεται τη λογική.

Είναι τα συναισθήματα σύμμαχος της λογικής ή εχθρός της; Έχει αξία η επιστημονική μελέτη του συναισθήματος;

Το επιστημονικό ενδιαφέρον για το συναίσθημα αναγεννήθηκε τη δεκαετία του’90. Καταλαβαίνουμε πλέον ότι υπάρχει ποικιλία συναισθηματικών εμπειριών σε διαφορετικές κουλτούρες. Μα οι ομοιότητες είναι περισσότερες από τις διαφορές από πολιτισμό σε πολιτισμό. Τα συναισθήματα συνθέτουν ένα είδος «Παγκόσμιας Γλώσσας» που ενώνει όλη την ανθρωπότητα σε μια οικογένεια! Διαφορετικά γιατί να θέλουμε να υπάρχει συναίσθημα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης; Θέλουμε τα ρομπότ να μοιάζουν σε εμάς σε όλους τους τομείς και ίσως περισσότερο και στον συναισθηματικό τομέα. Ποιες όμως θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας τεχνολογίας;

Τελικά τα μυστικά του συναισθήματος αποκαλύπτονται από την ποίηση ή από την επιστήμη;

Ξεκινώ με το συγκεκριμένο post μια θεματική εβδομάδα. Μια φορά το μήνα θα υπάρχει ένα θέμα που θα αφιερώνω τα τρία posts που κάνω κάθε εβδομάδα.

Ελπίζω να έχουν ενδιαφέρον