Εσύ που ήσουν στον προαστιακό…

Στο ίδιο βαγόνι ταξίδευες. Είχαμε τον ίδιο προορισμό. Σε είδα… ξεχώριζες! Μια οπτασία ήσουν ανάμεσα σε χρώματα και εικόνες που τώρα φαντάζουν αδιάφορα.
Ένα λουλούδι που μάγεψε το χώρο και το χρόνο με το άρωμά του!
Τα μαλλιά σου, πόσο όμορφα έδειχναν σαν έπεφταν στο γεμάτο βλέμματα πρόσωπό σου! Τι όμορφη! Τα μάτια σου, σοκολατένια, κάθε που έκλειναν αιχμαλώτιζαν τις εικόνες μέσα σου ή τις διέγραφαν!
Έπιασα τον εαυτό μου να σε κοιτά ασταμάτητα.
Όπως στο σκοτάδι ένα φως μαζεύει γύρω του πετούμενα, έτσι κι εγώ πετούσα πάνω σου ματιές!
Αδιάφορος για το που πηγαίνω, για που ταξιδεύω, ήθελα μόνο να χάνομαι στην τέλεια εικόνα σου!
Μια μονάχα σκέψη τριγυρνούσε.
Πως είναι το όνομά σου;
Η απόσταση μεγάλη έτσι ώστε να μεγαλώνει την τυραννία μου.
Ώσπου με κοίταξες! Μου χαμογέλασες, με συντάραξες…
Σ’εκείνη την ησυχία νόμιζα πως τους χτύπους της καρδιάς μου τους άκουσαν όλοι!
Συνέχισες να χαμογελάς, τα μάτια σου έκλεισες κι αλλού κοίταξες.

Με αιχμαλώτισες ή με διέγραψες;