555 χρόνια πριν

«Κλείω τας πύλας της πόλεώς μου» είπε αποφασισμένος ο αυτοκράτορας και έστειλε τον Γεώργιος Φραντζή να καταγράψει πόσους πολεμιστές διέθεταν.
Ο αριθμός οικτρός: 4,937 συν δύο χιλιάδες οι ξένοι, ήταν όλοι κι όλοι οι μάχιμοι.
Τη στιγμή που στο στρατόπεδο του Μωάμεθ υπήρχαν διακόσιες πενήντα οκτώ χιλιάδες μάχιμοι – άλλοι χρονογράφοι είπαν για τετρακόσιες χιλιάδες συν τα πληρώματα τετρακοσίων είκοσι πλοίων του. Ενώ στο λιμάνι του Κεράτιου υπήρχαν μόνο εννέα πλοία.

Μικρές λεπτομέρειες καμιά φορά κινούν τα νήματα της ιστορίας. Μοιάζουν ασήμαντες, όμως παίζουν καθοριστικό ρόλο. Και στην προκειμένη περίπτωση, οι λεπτομέρειες αυτές, ήταν σημάδια θεϊκά, σημάδια μεταφυσικά, ανεξιχνίαστα, σημάδια του μυστηρίου, μέχρι σήμερα ανερμήνευτα. Όπως όταν χωρίς καμιά αιτία, έπεσε στις λάσπες η μεγάλη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, στην «πάνδειμη λιτανεία» όπως γράφει ο Κριτόβουλος. Και κανείς δε μπορούσε να τη σηκώσει, σαν να την τραβούσε η γη. Ή όπως όταν έγινε ο κατακλυσμός, και πάλι την ώρα της λιτάνευσης, και σκότος μέγα έπεσε στην Πόλη. Πολλοί παρομοιάζουν το γεγονός με το σκότος την ώρα της Σταύρωσης του Χριστού.

Υπήρχε προφητεία που έλεγε ότι η Πόλη θα πέσει μόνο όταν η σελήνη «καίτοι γεμάτη, φανεί λειψή στον δίσκο της».
Και η σελήνη χάθηκε , 24 Μαΐου, ημέρα της πανσελήνου, γεμίζοντας τρόμο τις καρδιές των ανθρώπων που γνώριζαν την προφητεία. Ή όπως «το φως το εξ ουρανού», που το αναφέρει ο ίδιος ο Γ.Φραντζής:
«Φως,άστραπτον καταβαίνον εξ ουρανού και δι’ όλης της νυκτός έσκεπεν αυτής…». Το φως αυτό φάνηκε για πρώτη φορά τη Μεγάλη Παρασκευή, 30 Μαρτίου, στη λιτάνευση του επιταφίου.

Ήταν τότε που η στρατιά του Μωάμεθ είχε κατέβει ήδη στους λόφους, πίσω από τον Βόσπορο, και προχωρούσε προς την πεδιάδα. Εκείνο το βράδυ λοιπόν φάνηκε στον ουρανό το παράξενο φως. Άπλωσε τις αχτίδες του πάνω στη Βασιλεύουσα, σαν να την έσκεπε, και ύστερα στάθηκε πάνω από την Αγιά Σοφιά. Όλη νύχτα.
Και αυτό συνεχίστηκε όλες τις ημέρες της πολιορκίας, Έως τις 26 Μαΐου ημέρα Σάββατο. Την ημέρα εκείνη ο Μωάμεθ είχε αποφασίσει να σταματήσει την πολιορκία και να φύγει. Το ανεξήγητο φαινόμενο με το φως πάνω από την Πόλη τον είχε φοβίσει και πίστεψε ότι δεν θα είχε αποτέλεσμα η πολιορκία του. Είχε καλέσει και τους συμβούλους του και είχαν όλοι συμφωνήσει στο να φύγουν, μα όταν είδε εκείνη τη μέρα το φως να χάνεται, αποφάσισε να συνεχίσει την πολιορκία.

Η πολιορκία της Πόλης κράτησε συνολικά πενήντα επτά μέρες.
Πενήντα επτά μέρες και νύκτες αγωνίας και φόβου!
Πενήντα επτά μέρες στην διάρκεια των οποίων πέντε σχεδόν χιλιάδες μαχητές, κουρασμένοι, εξαντλημένοι και αδύναμοι, κατάφεραν να κρατήσουν μακριά τη στρατιά του Μωάμεθ που για άλλους ξεπερνούσε τους 250000 άνδρες και για άλλους τους 500000. Η αναλογία ήταν 1/50 ή 1/100!!!

Οι τελευταίες μέρες της Πόλης είναι ένα αξεπέραστο έπος. Και εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε για την τιμή που αξίζει σε εκείνους τους υπερασπιστές. Εκτός από κάποιους προδότες Γενοβέζους, όλοι όσοι βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, Βενετοί, Καταλανοί και Γενοβέζοι, ο καρδινάλιος Ισίδωρος, ο Γενοβέζος ήρωας Ιωάννης Ιουστινιάνης με τους επτακόσιους άνδρες του, που πήγε οικιοθελώς να πολεμήσει «για την τιμή της χριστιανοσύνης», όπως είπε, «και την τιμή του κόσμου», όλοι πολέμησαν με πραγματική αυτοθυσία πλάι στον αυτοκράτορα.

Ήξερε πως ο αγώνας ήταν πια χαμένος. Ο Παλαιολόγος έβγαλε την βασιλική φορεσιά του, για να μην τον αναγνωρίσουν οι Τούρκοι και συνέχισε να μάχεται μόνος του. Και χτυπώντας αλύπητα όσους βρίσκονταν στο δρόμο του, όρμησε στο πλήθος των εισβολέων.
Βλέπω τον αυτοκράτορα να έχει μείνει μόνος του τώρα σχεδόν ανάμεσα στους αγριεμένους εισβολείς, μόνος του μάχεται ο ατρόμητος! Έπεφτε και σηκωνόταν και ήξερε πια πως ήταν χαμένος. Έτρεμα μήπως τον πιάσουνε ζωντανό και τον πάνε δεμένο στον σουλτάνο να τον ταπεινώσει. Και έστρεψα τα μάτια μου προς τον ουρανό. Θεέ μου, δώσε του τον θάνατο του αντρειωμένου. Ήτανε εκείνη τη στιγμή που ακούστηκε μια τρομακτική βουή, ένας γδούπος τεράστιος, που ξεπερνούσε τον ορυμαγδό της μάχης. Βλέπω τον αυτοκράτορα που στρέφει με αγωνία το κεφάλι προς την σπαραγμένη Πόλη του. Ο σταυρός που στεκότανε αιώνες απάνω στον τρούλο της Αγιά Σοφιάς έπεφτε στη γη με τρομακτικό κρότο.
Η χριστιανοσύνη γκρεμιζότανε.
Α, η κραυγή που έβγαλε ο Κωνσταντίνος. Κραυγή σπαραχτική, σάμπως να ήτανε η καρδιά της λαβωμένης Πόλης του. Γέρνει επάνω στα συντρίμμια. Ήξερε πια πως ήτανε χαμένος.
«Εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου Κύριε…», και στρέφει γύρω τη ματιά με απόγνωση, κραυγάζοντας:
«Ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού
Ήμουν κοντά του. Και ήμουνα εγώ χριστιανός, αλίμονο. Όμως μόνο να τον προστατέψει ήθελε το σπαθί μου, ποτέ να τον χτυπήσει. Και κραυγάζω τώρα, χτυπώ και κραυγάζω.
Σώσον τον βασιλέα μου εκ στόματος λέοντος την ταπείνωσίν του.
Όμως όχι. Ξανά τον βλέπω να σηκώνεται, λουσμένος στο αίμα του, και να χτυπά το ίδιο παράφορα, να χτυπά ξανά! Πέφτει και σηκώνεται. Πέφτει και σηκώνεται.
Εις χείρας σου… εις χείρα σου, Κύριε, είς χείρα σου.
Και όταν βλέπει πως είναι μάταιος ο αγώνας του, πως η Πόλη του έπεσε, έπεσε με τον γδούπο του σταυρού της, έπεσε η παντάνασσα, έπεσε, έπεσε η πεφιλημένη βασιλίδα, ω τότε, σταματάει μετέωρο μια ολόκληρη στιγμή το σπασμένο σπαθί του, ακούει άλλη μια φορά τις κραυγές και τον ολολυγμό του λαού του, και φωνάζει φωνή μεγάλη:
Η Πόλις μου αλίσκεται, και εγώ ζω έτι;
Και ευθύς ορμά μέσα στα πλήθη που εισβάλουν. Η ματιά μου τον ακολουθεί με αγωνία. Χάνεται, λέω, χάνεται πια… έτσι έπεσε, μπροστά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, με τα ματωμένα χέρια του υψωμένα προς τον ουρανό. Έτσι έπεσε, σαν απλός στρατιώτης.
Σαν σήμερα πριν 555 χρόνια!

η Πόλις εάλω

Πηγή: Περιοδικό Θεός & Θρησκεία